ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η ανασκόπηση αυτή εξετάζει τη σύνθετη σχέση μεταξύ παχυσαρκίας και καρκίνου του μαστού. Οι συγγραφείς αναλύουν δεδομένα από επιδημιολογικές μελέτες, βιολογικούς παράγοντες και πώς το σωματικό βάρος—μετρούμενο ως δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ)—επηρεάζει την αποτελεσματικότητα των θεραπειών σε διαφορετικούς τύπους καρκίνου του μαστού. Εστιάζουν στον ρόλο των ουσιών που παράγονται από τα λιποκύτταρα (ονομαζόμενες αδιποκίνες), στο μικροπεριβάλλον του όγκου (tumor microenvironment, TME) και στα μεταβολικά σήματα που εμπλέκονται στον καρκίνο του μαστού. Κλινικά δεδομένα δείχνουν ότι η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο και σχετίζεται με χειρότερη πρόγνωση στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Αντίθετα, σε γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση, φαίνεται να έχει προστατευτική επίδραση. Η ανασκόπηση εξετάζει επίσης πώς ο ΔΜΣ επηρεάζει την ανταπόκριση στη χημειοθεραπεία, την ορμονοθεραπεία, τις στοχευμένες θεραπείες και την ανοσοθεραπεία, επισημαίνοντας περιοχές που απαιτούν βελτίωση στη φροντίδα παχύσαρκων ασθενών.
ΑΝΑΛΥΣΗ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
1. Παγκόσμια Επίδραση της Παχυσαρκίας και Κίνδυνος για Καρκίνο του Μαστού
Η παχυσαρκία αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα, με περισσότερους από 890 εκατομμύρια παχύσαρκους ενήλικες το 2022. Ένας υψηλός ΔΜΣ αυξάνει τον κίνδυνο για πολλές χρόνιες ασθένειες, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου του μαστού—ιδίως στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Ωστόσο, σε γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση, ένας υψηλότερος ΔΜΣ φαίνεται να μειώνει τον κίνδυνο. Αυτό ενδέχεται να οφείλεται σε διαφορές στα επίπεδα ορμονών και στο μεταβολισμό, συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών στις αδιποκίνες και στην παραγωγή οιστρογόνων
2. Ορμόνες του Λιπώδους Ιστού (Αδιποκίνες), Φλεγμονή και Καρκινογένεση
Ο λιπώδης ιστός δεν αποθηκεύει μόνο ενέργεια, αλλά παράγει και ορμόνες όπως η λεπτίνη και η αδιπονεκτίνη. Η λεπτίνη αυξάνεται στην παχυσαρκία και μπορεί να προάγει την ανάπτυξη του καρκίνου ενεργοποιώντας βιολογικά μονοπάτια (όπως το JAK2/STAT3) και αυξάνοντας τη φλεγμονή. Αντίθετα, η αδιπονεκτίνη φαίνεται να έχει προστατευτική δράση ενεργοποιώντας το μονοπάτι AMPK. Σε παχύσαρκες προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, ορισμένα γονίδια που σχετίζονται με τα οιστρογόνα και τον κυτταρικό πολλαπλασιασμό είναι λιγότερο ενεργά, υποδηλώνοντας διαφορετική βιολογική απόκριση στην παχυσαρκία σε σύγκριση με τις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες.
Σε μία μελέτη με προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ΔΜΣ ≥25, δεν βρέθηκε διαφορά στα επίπεδα αδιπονεκτίνης μεταξύ όσων είχαν και όσων δεν είχαν καρκίνο του μαστού. Ωστόσο, η λεπτίνη και η ινσουλίνη ήταν υψηλότερες στις γυναίκες χωρίς καρκίνο. Σε γυναίκες με καρκίνο του μαστού και παχυσαρκία, η λεπτίνη και η ινσουλίνη εμφάνιζαν στενή συσχέτιση—ίσως προάγοντας τον καρκίνο μέσω του μονοπατιού ινσουλίνης/IGF-1.
3. Μικροπεριβάλλον Όγκου και Ανοσοποιητικό Σύστημα
Σε παχύσαρκα άτομα, το μικροπεριβάλλον του όγκου χαρακτηρίζεται από χρόνια φλεγμονή, ειδικές ανοσοκυτταρικές δομές και εξασθενημένες ανοσολογικές αποκρίσεις. Η λεπτίνη και άλλες αδιποκίνες αλληλεπιδρούν με ανοσοκύτταρα (όπως τα Τ-κύτταρα και τα μακροφάγα), προάγοντας τη διαφυγή του όγκου από την ανοσολογική επιτήρηση. Οι παχύσαρκες ασθενείς συχνά εμφανίζουν αυξημένη έκφραση των υποδοχέων της λεπτίνης (Ob-R), ειδικά σε επιθετικούς τύπους όπως ο θετικός στον HER2 (HER2+) και ο τριπλά αρνητικός. Παρότι οι όγκοι έχουν περισσότερα διηθητικά λεμφοκύτταρα (Tumor infiltrating lymphocytes-TILs), αυτά μπορεί να μη λειτουργούν σωστά λόγω αυξημένων επιπέδων πρωτεϊνών όπως η PD-1 και αναστολήτης δράσης του ανοσοποιητικού συστήματος.
Στον HER2+ καρκίνο του μαστού, η αυξημένη έκφραση υποδοχέων λεπτίνης συσχετίστηκε με περισσότερα διηθητικά λεμφοκύτταρα, αλλά αυτό δεν μεταφράστηκε σε καλύτερη πρόγνωση—πιθανώς λόγω δυσλειτουργίας των κυττάρων στο φλεγμονώδες μικροπεριβάλλον.
4. Πώς ο ΔΜΣ Επηρεάζει την Έκβαση του Καρκίνου του Μαστού
Μεγάλες μελέτες δείχνουν ότι η παχυσαρκία σχετίζεται με χαμηλότερα ποσοστά επιβίωσης, περισσότερες υποτροπές και χειρότερες συνολικές εκβάσεις, ακόμη και στα αρχικά στάδια της νόσου. Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από την έναρξη θεραπείας ή την εμμηνοπαυσιακή κατάσταση της ασθενούς. Η σύνδεση είναι ιδιαίτερα ισχυρή σε τύπους καρκίνου θετικούς στους ορμονικούς υποδοχείς αλλά αρνητικούς στο HER2 (HER2-) και στους τριπλά αρνητικούς. Πιθανοί λόγοι περιλαμβάνουν την αυξημένη παραγωγή οιστρογόνων από το λίπος, άλλες συννοσηρότητες, υποδοσολογία χημειοθεραπείας λόγω τύπων υπολογισμού, και μεγαλύτερους όγκους κατά τη διάγνωση.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα ότι σε προχωρημένο καρκίνο του μαστού, το μικρότερο βάρος σχετίζεται με χειρότερη επιβίωση, δείχνοντας ότι η σύσταση σώματος επηρεάζει τα αποτελέσματα με πολύπλοκο τρόπο.
5. Ειδικές Θεραπείες σε Παχύσαρκους Ασθενείς
α. Χημειοθεραπεία
Η παχυσαρκία δυσκολεύει τη χημειοθεραπεία, καθώς αλλάζει τη φαρμακοκινητική και τα σχήματα δοσολογίας βάσει επιφάνειας σώματος μπορεί να οδηγούν σε υποδοσολογία. Συνιστάται η πλήρης δόση βάσει βάρους, αλλά ακόμη και τότε, μελέτες (π.χ. Danish Breast Cancer Cooperative Group) δείχνουν χαμηλότερα ποσοστά ανταπόκρισης και επιβίωσης στους παχύσαρκους.
β. Ορμονοθεραπεία (Ενδοκρινική Θεραπεία)
Η παχυσαρκία μπορεί να μειώνει την αποτελεσματικότητα των αναστολέων αρωματάσης (Aromatase inhibitors, AIs), ίσως επειδή δεν καταστέλλουν επαρκώς τα οιστρογόνα. Μελέτες δείχνουν αντικρουόμενα αποτελέσματα. Μεγάλο μητρώο στη Δανία έδειξε ότι η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο υποτροπής σε ασθενείς υπό θεραπεία με αναστολείς αρωματάσης. Η φλεγμονή και η ινσουλινοαντίσταση μπορεί επίσης να επηρεάζουν τους αναστολείς αρωματάσης ενεργοποιώντας μονοπάτια όπως PI3K/AKT και MAPK.
γ. Στοχευμένες Θεραπείες
- Θεραπείες HER2 (π.χ. τραστουζουμάμπη): Αποτελεσματικές ανεξαρτήτως ΔΜΣ όταν η δόση βασίζεται στο βάρος. Ωστόσο, οι υποδόριες ενέσεις μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικές αρχικά στους παχύσαρκους—οι ενδοφλέβιες δόσεις προτιμώνται.
- Σύζευκτα αντισωμάτων-φαρμάκων (π.χ. T-DM1): Χορηγούνται βάσει βάρους. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να είναι εντονότερες στους παχύσαρκους.
- Αναστολείς CDK4/6: Λειτουργούν εξίσου καλά ανεξαρτήτως ΔΜΣ. Ενδιαφέρον έχει ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες (όπως η λευκοπενία) είναι σπανιότερες στους παχύσαρκους.
- Αναστολείς mTOR/PI3K: Περιορισμένα δεδομένα, αλλά ο ΔΜΣ δεν φαίνεται να επηρεάζει την αποτελεσματικότητα. Ωστόσο, μπορεί να αυξήσουν το σάκχαρο και τα λιπίδια, ειδικά η αλπελισίμπη.
δ. Ανοσοθεραπεία
Νέα δεδομένα δείχνουν ότι οι παχύσαρκοι ασθενείς ενδέχεται να ανταποκρίνονται καλύτερα στην ανοσοθεραπεία, πιθανώς λόγω αυξημένων checkpoint δεικτών στα ανοσοκύτταρά τους. Παρά ταύτα, ο καρκίνος του μαστού γενικά ανταποκρίνεται λιγότερο στην ανοσοθεραπεία. Σε τριπλά αρνητικό καρκίνο, οι παχύσαρκες ασθενείς ίσως έχουν καλύτερες αποκρίσεις λόγω ισχυρότερης ανοσολογικής αντίδρασης.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Η παχυσαρκία επηρεάζει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού, την παθογένειά του, την ανταπόκριση στη θεραπεία και την έκβαση μετά τη θεραπεία. Αυτές οι επιδράσεις διαφέρουν ανάλογα με την εμμηνοπαυσιακή κατάσταση, τον τύπο καρκίνου και τη θεραπεία. Γενικά, η παχυσαρκία επιδεινώνει την πρόγνωση μετά την εμμηνόπαυση, ενώ η προστατευτική της δράση πριν την εμμηνόπαυση παραμένει ασαφής και δεν μπορεί ακόμη να αξιοποιηθεί κλινικά. Κύριοι βιολογικοί παράγοντες που συνδέουν την παχυσαρκία με τον καρκίνο είναι η λεπτίνη, η ινσουλινοαντίσταση και η φλεγμονή. Αυτοί επηρεάζουν τόσο την ανάπτυξη των όγκων όσο και την ανταπόκριση στις θεραπείες—ιδίως την ορμονοθεραπεία και τη χημειοθεραπεία. Επομένως, είναι απαραίτητη η εξατομικευμένη προσέγγιση που λαμβάνει υπόψη τον μεταβολισμό, το ανοσοποιητικό και την κατανομή λίπους—και όχι μόνο τον ΔΜΣ.
Κλινικές συστάσεις περιλαμβάνουν:
• Χορήγηση πλήρους δόσης χημειοθεραπείας βάσει βάρους.
• Έλεγχο πλήρους καταστολής οιστρογόνων σε παχύσαρκες υπό ορμονοθεραπεία.
• Ενσωμάτωση ανοσομεταβολικών φαρμάκων σε μελλοντικά σχήματα.
• Ανάπτυξη καλύτερων εργαλείων από τον ΔΜΣ για λήψη θεραπευτικών αποφάσεων.
Συνοπτικά, η παχυσαρκία δεν αποτελεί απλώς παράγοντα κινδύνου—μεταβάλλει την ίδια τη βιολογία και την απόκριση του καρκίνου του μαστού. Απαιτείται ολοκληρωμένη προσέγγιση από την ιατρική κοινότητα και έρευνα για στοχευμένες στρατηγικές που θα βελτιώσουν τα αποτελέσματα για αυτή τη διαρκώς αυξανόμενη ομάδα ασθενών
ΠΑΡΑΘΕΣΗ ΠΡΩΤΟΤΥΠΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ
Το παραπάνω άρθρο είναι το απόσταγμα πρωτότυπης επιστημονικής δημοσίευσης με τα κάτωθι στοιχεία:
Τίτλος
TheObesity, overweight and breast cancer: new clinical data and implications for practice
Συγγραφείς-ερευνητές
Laura Garcıa-Estevez, Marta Gonzalez-Rodrıguez,
Isabel Calvo, Alberto Orta, Marıa Gion, Gema Moreno-Bueno, Jose Manuel Perez-Garcıa and Javier Cortes
Επιστημονικό περιοδικό δημοσίευσης
Front. Oncol. 15:1579876.
https://doi.org/10.3389/fonc.2025.1579876
Πανεπιστήμιο/Ινστιτούτο/Ερευνητικό κέντρο
Breast Cancer Department, MD Anderson Cancer Center, Madrid, Spain,
Centro de Investigacio n Biomedica en Red de Ca ncer (CIBERONC), Instituto de Salud Carlos III, Madrid, Spain,
Department of Medical Oncology, Ramón y Cajal University Hospital, Madrid, Spain,
Biochemistry Department, Universidad Autonoma de Madrid (UAM), Instituto de Investigaciones Biomedicas ‘Alberto Sols’ (CSICUAM), Madrid, Spain,
MD Anderson Cancer Center Foundation, Madrid, Spain,
International Breast Cancer Center (IBCC), Pangaea Oncology, Quiron salud Group, Barcelona, Spain,
Medica Scientia Innovation Research (MEDSIR) – Oncoclınicas&Co, Jersey City (New Jersey, USA), Sao Paulo, Brazil,
Universidad Europea de Madrid, Faculty of Biomedical and Health Sciences, Department of Medicine,
Madrid, Spain
ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΕΥΘΥΝΗΣ
Το άρθρο συνοψίζει δημοσιευμένη επιστημονική μελέτη, χωρίς ευθύνη της συντακτικής ομάδας του From Science to Nutrition για την εγκυρότητα, τη μεθοδολογία ή τα συμπεράσματά της.
Η δημοσίευση δεν σημαίνει αποδοχή ή υποστήριξη των απόψεων των συγγραφέων ούτε συνιστά σύσταση διατροφικής παρέμβασης. Η χρήση των πληροφοριών γίνεται με αποκλειστική ευθύνη του αναγνώστη, ενώ το περιεχόμενο μπορεί να τροποποιηθεί ή να αποσυρθεί χωρίς προειδοποίηση.
Η αξιολόγηση διατροφικών παρεμβάσεων ανήκει αποκλειστικά σε αρμόδιους επαγγελματίες υγείας.